Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῆς Παναγίας


Ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἡ πρώτη μεταξὺ τῶν ἁγίων, ἦταν τὸ πρόσωπο τὸ «προκατηγγελμένον ὑπὸ τῶν Προφητῶν» καὶ «ἐκλελεγμένον ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν», γιὰ νὰ συνεργήσει στὸ μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Τὸ ὄνομα Μαρία, τὸ ὁποῖο δόθηκε στὴ Θεοτόκο «κατὰ πρόγνωσιν καὶ βουλὴν τοῦ Θεοῦ», ἑρμηνεύεται «Κυρία». Ὁ ἅγιος Νικόδημος δίνει στὸ ὄνομα τριπλὴ ἑρμηνεία: κυρία, φωτισμὸ καὶ θάλασσα, ποὺ δηλώνουν ἀντιστοίχως τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγαθότητα τῆς Θεοτόκου. Ἀπὸ τὸν Πατέρα ἔλαβε τὴ δύναμη, γιὰ νὰ ἐκπληρώνει σὰν Μητέρα στὴ γῆ ἐκεῖνο ποὺ ἐκπληρώνει ὁ Θεὸς σὰν Πατέρας στὸν οὐρανό. Ἀπὸ τὸν Υἱὸ ἔλαβε τὴ σοφία σὰν Μητέρα Του, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ συμφιλιώνει τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ τὸ «Ἅγιο Πνεῦμα, τέλος, ἔλαβε τὴν ἀγαθότητα σὰν Νύμφη Του, γιὰ νὰ μεταδίδει τὰ πνευματικὰ χαρίσματα σὲ ὅλα τὰ κτίσματα.

Ἡ ἅγια ζωὴ τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ αὐτὴ τὴ γέννησή της, εἶναι συνυφασμένη μὲ θαυμαστὰ γεγονότα καὶ γεμάτη ἀπὸ ἐξαιρετικὲς εὐλογίες. Μόνη αὐτή, ἀπ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες, γεννήθηκε ἐξ ἐπαγγελίας, δηλαδὴ ὕστερα ἀπὸ ἀγγελικὴ πρόρρηση.

Ὕστερα ἀπὸ τρία χρόνια ὁδηγήθηκε κατὰ θεία νεύση στὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων «ὡς τριετίζουσα δάμαλις», ὅπου, κατὰ τὸν Δαμασκηνὸ Ἰωάννη, «φυτευθεῖσα καὶ πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονεν». Ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος Μαρία παρέμεινε δώδεκα χρόνια καὶ τρεφόταν ὑπερφυσικὰ μὲ οὐράνια τροφή. Τὴν ἑτοίμαζε ἔτσι ὁ Θεὸς γιὰ τὸ μεγάλο ὑπούργημά της ἔνσαρκου οἰκονομίας. Τὴν ἑτοίμαζε γιὰ νὰ τὴν ἀναδείξει «κεχαριτωμένη», νὰ τὴν κοσμήσει δηλαδὴ μὲ ὅλα τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,

Ὅταν ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἄγγελος Κυρίου ἀποστέλλεται πρὸς τὴν Παρθένο καὶ τῆς εὐαγγελίζεται τὴ σύλληψη τοῦ Υἵού του Θεοῦ. Ἐκείνη ταπεινὰ καὶ ὑπάκουα δέχεται τὴν ὑψίστη τιμὴ καὶ «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου» ἀναφωνεῖ: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, ὅτι ἔπεβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ». Μὲ καμία ἄλλη ἀρετὴ ἡ Θεοτόκος δὲν ἐϊλκνσε τόσο τὴ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, ὅσο μὲ τὴν ταπείνωση. Αὐτὸς ποὺ ταπεινώθηκε μέχρι θανάτου σταυρικοῦ, πράγματι τέτοια ταπεινὴ μητέρα χρειαζόταν.

Ἡ πρωτοφανὴς αὐτὴ ταπείνωση, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο, δὲν ἔμενε μόνο ριζωμένη στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς της, ἀλλ᾿ ἀπὸ κεῖ ἀνάβλυζε καὶ πλημμύριζε καὶ στὸ πανάμωμο σῶμα της, στὶς κινήσεις, στὴν ἐνδυμασία, στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια της.

Τὴν ἄκρα ταπεινοφροσύνη τῆς Θεοτόκου συναγωνίζεται ἡ καθαρότητά της. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφέρει ὅτι ἡ Παναγία ὑπερέβαλλε ἀκόμη καὶ τοὺς ἀγγέλους στὴν καθαρότητα.

Πολλοὶ ἐπίσης ἀπὸ τοὺς Πατέρες συμφωνοῦν ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦταν ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἁμαρτία. Ὁ στίχος τοῦ Ἄσματος «Ὅλη καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί», ταιριάζει καὶ χαρακτηρίζει ἀπόλυτα τὴν καθαρότητα τῆς Παρθένου.

Στὸν Εὐαγγελισμὸ ἡ Θεοτόκος ἀπαλλάσσεται, μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κι ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κοινὸ ρύπο τῆς ἀνθρωπότητας, τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἔτσι ἀξιώνεται νὰ γίνει θεῖο κατοικητήριο καὶ νὰ διακονήσει στὸ ὑπερφυσικὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Τὸ μυστήριο αὐτὸ συντελεῖται χωρὶς νὰ φθείρει τὴν καθαρότητα τῆς Παρθένου, διότι ἡ Θεοτόκος συνέλαβε, ἔκυοφορησε καὶ ἐγέννησε τὸν Κύριο ἄσπορως καὶ ἄφθορως. Ἔτσι διατηρήθηκε παρθένος πρό, κατὰ καὶ μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Κυρίου, καὶ ἔμεινε Ἀειπάρθενος.

Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τῆς Παναγίας ἦταν μία διαρκὴς θεία δοξολογία. Ἀλλὰ καὶ ἡ μακαρία κοίμησή της ἦταν ἕνα ἀντάξιο ἐπισφράγισμα τῆς ζωῆς της.

Τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὸν ἐνταφιασμό της ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους «μετέστη πρὸς τὴν ζωήν», δηλαδὴ τὸ θεοδόχο σῶμα της μεταφέρθηκε στὸν οὐρανό, ὅπου εἶχε προπορευθεῖ ἡ ἁγία ψυχή της, καὶ ὅπου τώρα ἀπολαμβάνει τὴν ἐσχατολογικὴ ἀφθαρσία τῆς αἰωνιότητας.

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου μελωδεῖ ἐπιγραμματικὰ τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ γεγονός: «Νέκρωσιν ἡ τῆς ζωῆς Μήτηρ δέχεται, καὶ τάφῳ τεθεῖσα μετὰ τρίτην ἡμέραν εὐκλεῶς ἐξανίσταται εἷς αἰώνας τῷ Υἱῷ συμβασιλεύουσα καὶ αἰτοῦσα τὴν τῶν πταισμάτων ἡμῶν ἄφεσιν».

περισσότερα εδώ: πηγή
Share on Google Plus

About katiatser

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου