Βιταμίνη D: Απαντήσεις σε συνήθη ερωτήματα


Τα τελευταία χρόνια, μεγάλος αριθμός μελετών έχει δημοσιευτεί σχετικά με τα οφέλη της βιταμίνης D στον ανθρώπινο οργανισμό.

Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη, η οποία θεωρείται ταυτόχρονα και ορμόνη.  Ασκεί τη δράση της σχεδόν σε όλα τα όργανα του σώματος και φαίνεται ότι επηρεάζει την έκφραση πολλών γονιδίων, τουλάχιστον 200, με πολλούς διαφορετικούς μηχανισμούς.

Ο οργανισμός προσλαμβάνει τη βιταμίνη D κυρίως μέσω της σύνθεσης της στο δέρμα με την επίδραση της υπεριώδους ηλιακής ακτινοβολίας (“βιταμίνη του ήλιου”). Μικρή ποσότητα μόνο προσλαμβάνεται από τις τροφές.  Λίγες τροφές περιέχουν βιταμίνη D, όπως ορισμένα «λιπαρά» ψάρια (σολομός, σκουμπρί, τόνος, μπακαλιάρος, πέστροφα, σαρδέλες), το μουρουνέλαιο, τα αυγά (κρόκος), το βοδινό συκώτι, οι γαρίδες, το σέλερι και τα δημητριακά ολικής άλεσης.

Η σύνθεση της βιταμίνης D στο δέρμα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, εκ των οποίων οι κυριότεροι αναφέρονται παρακάτω :


  • Η ηλικία : η ικανότητα παραγωγής βιταμίνης D από τον οργανισμό μειώνεται με την ηλικία
  • Η εποχή του χρόνου : το χειμώνα η παραγωγή της ελαττώνεται, επειδή η ηλιοφάνεια είναι μικρότερη
  • Το γεωγραφικό πλάτος : γεωγραφικό πλάτος μεγαλύτερο από 35° σχετίζεται με μικρότερη παραγωγή βιταμίνης D, γιατί οι ακτίνες του ήλιου δεν πέφτουν κάθετα στη γη.
  • Το χρώμα του δέρματος : η σύνθεσή της είναι μικρότερη στα σκουρόχρωμα δέρματα, καθώς η μελανίνη δρα σαν φραγμός για την υπεριώδη ακτινοβολία.
  • Η χρήση αντηλιακών προϊόντων, τα οποία εμποδίζουν τη σύνθεσή της.
  • Αλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως η μόλυνση της ατμόσφαιρας και η τρύπα του όζοντος, οι οποίοι δρουν αρνητικά

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D διαγιγνώσκεται από την ανεύρεση χαμηλών επιπέδων αυτής στο αίμα. Για την εκτίμηση των επιπέδων της μετράται ο μεταβολίτης της 25-υδροξυ-βιταμίνη D. Δεν υπάρχει ακόμη ομοφωνία μεταξύ των διαφόρων επιστημονικών εταιρειών όσον αφορά στον καθορισμό των φυσιολογικών της επιπέδων στο αίμα. Εκτιμάται ότι επάρκεια βιταμίνης D υπάρχει όταν τα επίπεδα  25-υδροξυ βιταμίνης D3 >30ng/ml. Έλλειψη βιταμίνης D υπάρχει όταν τα επίπεδα της στο αίμα είναι <20ng/ml, ενώ ανεπάρκεια σε επίπεδα 21-29ng/ml. H έλλειψη ή η ανεπάρκεια βιταμίνης D αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα, καθώς, με βάση τα παραπάνω κριτήρια, υπολογίζεται ότι ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι πάσχουν από αυτήν, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες. Από διάφορες μελέτες, προκύπτει ότι το 40-100% των ηλικιωμένων σε Ευρώπη και ΗΠΑ έχουν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, ενώ σημαντική είναι η έλλειψη και σε άλλες ηλικιακές ομάδες.

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες μεσογειακές χώρες, δε θα περίμενε κανείς να υπάρχει έλλειψη της βιταμίνης D, λόγω της μεγάλης ηλιοφάνειας. Μελέτες όμως έχουν δείξει ότι τα επίπεδα βιταμίνης D τόσο στον ελληνικό πληθυσμό, όσο και σε άλλους μεσογειακούς λαούς, πολύ συχνά είναι χαμηλότερα από τα φυσιολογικά και η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι συνηθέστερη από στις βορειότερες χώρες. Πρόσφατη μελέτη στον Ελληνικό πληθυσμό ανέδειξε πως το 57,7% έχει έλλειψη βιταμίνης D.


Οι κυριότερες αιτίες που εξηγούν αυτό το φαινόμενο είναι:

  • Το γεωγραφικό πλάτος της Ελλάδας (34°-41°), που δεν επιτρέπει επαρκή υπεριώδη ακτινοβολία, ιδίως τους χειμερινούς μήνες.
  • Το πιο σκούρο χρώμα του δέρματος
  • Ενδεχομένως γενετική προδιάθεση
  • Οι κάτοικοι των βορειότερων χωρών της Ευρώπης καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες λιπαρών ψαριών, πλούσιων σε βιταμίνη D. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η κύρια πηγή λιπαρών είναι το ελαιόλαδο, το οποίο περιέχει μικρότερη ποσότητα βιταμίνης D. Επίσης, στις χώρες αυτές πολλά τυποποιημένα τρόφιμα έχουν εμπλουτιστεί  με βιταμίνη D και -εκτός αυτού – γίνεται και πιο συστηματική χορήγηση συμπληρωμάτων διατροφής που την περιέχουν.




Περισσότερα: venizeleio
Φώτο: θεραπευτης
Share on Google Plus

About Γεώργιος Τσε

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου