Θεραπεία καρκίνου του μαστού - Γενικά


Πώς θεραπεύεται ο καρκίνος στα διάφορα στάδιά του;

Εδώ και αρκετά χρόνια, οι γυναίκες που προσβάλλονται από καρκίνο του μαστού επωφελούνται από ολοένα και αποτελεσματικότερες θεραπείες. Ήδη η θεραπεία είναι αρκετά εξατομικευμένη, αφού η αντιμετώπιση εξαρτάται από το στάδιο εξέλιξης του όγκου, από τα χαρακτηριστικά του, από την ηλικία και την κατάσταση της υγείας της ασθενούς. Χρησιμοποιούνται κυρίως τέσσερις τεχνικές: η χειρουργική, η ακτινοθεραπεία, η χημειοθεραπεία και η ορμονοθεραπεία. Χάρη στη γενίκευση των μαστογραφιών, το ποσοστό διάγνωσης υποκλινικών καρκίνων του μαστού έχει αυξηθεί πολύ και ο συστηματικός προληπτικός έλεγχος που εφαρμόζεται σήμερα, αναμένεται να αυξήσει το ποσοστό αυτών των όγκων αλλά και το ποσοστό ίασής τους που κυμαίνεται γύρω στο 80% στην πενταετία.
 
Βασική θεραπεία παραμένει η χειρουργική
Όταν ο καρκίνος αφορά μόνο το στήθος, χωρίς μεταστάσεις στους άλλους ιστούς, μια τοπική θεραπεία μπορεί να είναι αρκετή. Αυτός ο τύπος όγκου συχνά εντοπίζεται με τη μαστογραφία ή ορισμένες φορές με την παρουσία έκκρισης αίματος από τη θηλή. Η χειρουργική παραμένει η θεραπεία φάρος στην πλειονότητα των καρκίνων του μαστού. Το στήθος τις περισσότερες φορές διατηρείται αν ο όγκος είναι μικρότερος από 3 εκατοστά. Σε αυτήν την περίπτωση μιλάμε για ογκεκτομή. Αντίθετα, όταν ο όγκος του υπερβαίνει τα 3 εκατοστά, ή όταν υπάρχουν περισσότερες καρκινικές εστίες, τότε αποφασίζεται η αφαίρεση του στήθους. Σε αυτήν την περίπτωση μιλάμε για μαστεκτομή. Ορισμένες φορές προτείνεται για καρκίνους του στήθους μεγαλύτερους από 3 εκατοστά προεγχειρητική χημειοθεραπεία. Αυτές οι θεραπείες, οι οποίες ονομάζονται προεγχειριτικές επιτρέπουν τη μείωση του μεγέθους του όγκου και η ασθενής θα εγχειριστεί σε δεύτερο χρόνο διατηρώντας το στήθος της. Με αυτούς τους δύο τύπους επέμβασης συνδυάζεται και η αφαίρεση των μασχαλιαίων λεμφαδένων (λεμφαδενικός καθαρισμός μασχάλης) ιδίως όταν ο όγκος έχει διάμετρο μεγαλύτερη από 1,5-1,7 εκ. Στις άλλες περιπτώσεις (μικρότερος όγκος χωρίς επηρεασμένους λεμφαδένες), μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνική του «φρουρού λεμφαδένα». Στην περίπτωση μαστεκτομής, ο χειρουργός μπορεί να πραγματοποιήσει άμεση αποκατάσταση των μαστών.
 
Η ακτινοθεραπεία και η χημειοθεραπεία

Η ακτινοθεραπεία γίνεται όταν πραγματοποιηθεί συντηρητική χειρουργική θεραπεία. Όμως, μπορεί να γίνει και σε περίπτωση μαστεκτομής. Αυτή η θεραπεία επιτρέπει να μειωθεί ο κίνδυνος υποτροπής. Ανάλογα με τις περιπτώσεις, η ακτινοθεραπεία μπορεί να επικεντρώνεται στο μαστό ή και πέρα από αυτόν στους μασχαλιαίους λεμφαδένες, κοντά στην κλείδα και το στέρνο.

Αντίθετα, η χημειοθεραπεία δεν είναι συστηματική. Μπορούμε να μην κάνουμε όταν ο όγκος είναι μικρότερος από ένα εκατοστό, όταν οι μασχαλιαίοι λεμφαδένες δεν έχουν προσβληθεί και ο καρκίνος δεν είναι πολύ επιθετικός. Η ηλικία, η γνώμη της γυναίκας ασθενούς και το οικογενειακό ιστορικό της επηρεάζουν επίσης την απόφαση του γιατρού να συστήσει ή όχι χημειοθεραπεία για λόγους προστασίας. Ωστόσο, προτείνουμε χημειοθεραπεία σε όλες τις γυναίκες κάτω των 50 ετών, στις οποίες οι μασχαλιαίοι αδένες έχουν επηρεαστεί ή στις γυναίκες στις οποίες ο κίνδυνος υποτροπής είναι μεγάλος. Γενικά, η μετεγχειρητική χημειοθεραπεία αρχίζει τρεις έως τέσσερις εβδομάδες μετά την επέμβαση. Πριν από τη χημειοθεραπεία μπορεί να τοποθετηθεί καθετήρας υπό αναισθησία για να αποφύγουμε να τρυπάμε τις φλέβες πολύ συχνά.
 
Η ορμονοθεραπεία

Όπως και η χημειοθεραπεία, η ορμονοθεραπεία αποσκοπεί στην αποφυγή εμφάνισης μεταστάσεων και γενικά χορηγείται μετά τη χειρουργική επέμβαση. Είναι μια εξαιρετικά προστατευτική θεραπεία, όμως μπορούμε να την προτείνουμε μόνο στους καρκίνους των οποίων η ανάπτυξη ευνοείται από τις ορμόνες και οι οποίοι διαθέτουν υποδοχείς για τα οιστρογόνα και την προγεστερόνη (τα δύο τρία περίπου των καρκίνων του μαστού). Στις μη εμμηνοπαυσιακές γυναίκες υψηλού κινδύνου που έχουν ορμονοευαίσθητο καρκίνο, η ορμονοθεραπεία συνδυάζεται γενικά με τη χημειοθεραπεία. Στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η ορμονοθεραπεία γίνεται μόνη ή σε συνδυασμό με μετεγχειρητική χημειοθεραπεία, ανάλογα με το επίπεδο του κινδύνου. Ανάλογα με το αν η γυναίκα είναι εμμηνοπαυσιακή ή όχι, οι τεχνικές ορμονοθεραπείας μπορεί να διαφέρουν. Πριν από την εμμηνόπαυση, ενδέχεται να παραστεί ανάγκη καταστολής της λειτουργίας των ωοθηκών αφαιρώντας τες χειρουργικά ή χορηγώντας φαρμακευτική αγωγή η οποία αναστέλλει τη δραστηριότητά τους. Μετά την εμμηνόπαυση, μπορούμε να χορηγήσουμε και αναστολείς αρωματάσης. Στις εμμηνοπαυσιακές αλλά και στις μη εμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έχουν ορμονοευαίσθητο καρκίνο, μπορούμε να χορηγήσουμε ταμοξιφαίνη για διάρκεια πέντε ετών.

Η θεραπεία με trastuzumab, είναι μια στοχευμένη θεραπεία που προορίζεται για συγκεκριμένους επιθετικούς καρκίνους. Το 20 έως 25% περίπου των γυναικών εμφανίζουν καρκίνο του μαστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από γενετικές ιδιαιτερότητες. Αυτοί οι καρκίνοι είναι γενικά ταχείας εξέλιξης και στο παρελθόν τους θεωρούσαμε κακής πρόγνωσης. Ωστόσο η θεραπεία με trastuzumab, άλλαξε τα δεδομένα. Σήμερα δοκιμάζεται η εφαρμογή αυτής της θεραπείας μετά το χειρουργείο, σε συνδυασμό με τη χημειοθεραπεία.
 
Η θεραπεία των υποτροπών
Σε περίπτωση υποτροπής, πρέπει να προτείνεται νέα επέμβαση. Προτιμάται η μαστεκτομή. Σε περίπτωση μετάστασης, πρέπει να καταφεύγουμε σε γενικές θεραπείες για την αναχαίτιση της νόσου. Η θεραπεία εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες του όγκου. Δεν υπάρχει πραγματικά κανόνας. Όλα εξαρτώνται από το σημείο εκδήλωσης των μεταστάσεων, από τον αριθμό τους και από την απάντηση του καρκίνου στις θεραπείες. Όλα τα μέσα είναι αποδεκτά για την αντιμετώπιση των μεταστάσεων: χειρουργική επέμβαση, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία και οι νέες βιοθεραπείες όπως το trastuzumab. Ορισμένες γυναίκες παρά τις μεταστάσεις, επιβιώνουν για πολλά χρόνια. Η διάθεση νέων θεραπειών όπως το bevacizumab, γεννά ελπίδες ενώ η έρευνα συνεχίζεται ενεργά.
 
Καρκίνος του μαστού: ποια παρακολούθηση μετά τη θεραπεία;
Η παρακολούθηση γίνεται κάθε 3 έως 4 μήνες τα δύο πρώτα χρόνια, έπειτα κάθε έξι μήνες έως το πέμπτο έτος και στη συνέχεια κατ' έτος. Αυτή η παρακολούθηση περιλαμβάνει την κλινική εξέταση του στήθους (ψηλάφηση) και ετήσια μαστογραφία. Σε αυτές τις εξετάσεις ο γιατρός σας θα προσθέσει αυτές που κρίνει χρήσιμες όπως εξετάσεις αίματος, υπερηχογράφημα κ.ά. Από ψυχολογική άποψη, κινδυνεύετε να αισθανθείτε σαν να τα έχετε λίγο χαμένα. Τα σημεία αναφοράς γύρω από το νοσοκομείο, οι θεραπείες, οι στενές σχέσεις που διατηρούσατε με το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, όλα αυτά είναι παρελθόν και βρίσκεστε μόνη για να δεχθείτε το τέλος της θεραπείας σας. Ακόμα και αν η παύση της θεραπείας ήταν μια ανακούφιση, το να σκεφτείτε τον εαυτό σας υγιή θα απαιτήσει κάποιο χρονικό διάστημα και είναι φυσιολογικό. Η ίαση δεν σημαίνει επιστροφή στην πρότερη κατάσταση, ανεμελιάς ως προς τη νόσο.

Μη διστάζετε να ενημερώσετε το ιατρό σας, για μια διαταραχή διάθεσης «κατάθλιψη» ή οτιδήποτε μικρό σημάδι σας φανεί ύποπτο. Ξαναρχίστε τις δραστηριότητές σας, ξαναβρείτε τους φίλους σας. Αν μιλάτε ανοιχτά στο περιβάλλον σας, τότε θα αντιμετωπίσετε καλύτερα τα συναισθηματικά τραύματα που συνεπάγονται οι επισκέψεις παρακολούθησης και το ενδεχόμενο υποτροπής. Μην εκτιμάτε τις δικές σας πιθανότητές ίασης με βάση τις στατιστικές, οι οποίες περιγράφουν τη μέση τάση που αφορά σε πολύ μεγάλο αριθμό περιπτώσεων. Για μια δεδομένη ασθενή, εσείς στην προκειμένη περίπτωση, οι προοπτικές ίασης εξαρτώνται από τη φύση και το στάδιο της νόσου, από την ηλικία και τη γενική κατάσταση της υγείας σας και από την ανταπόκριση στη θεραπεία.
 
Καρκίνος του μαστού: το άγχος δεν αυξάνει τις πιθανότητες υποτροπής

Το άγχος ευνοεί άραγε την υποτροπή του καρκίνου του μαστού; Αρκετές μελέτες είχαν καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα μετά την εγχείρηση καρκίνου του μαστού. Όμως μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό British Medical Journal καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει μια τέτοια σχέση. Οι ερευνητές παρακολούθησαν επί 5 χρόνια, 222 γυναίκες ηλικίας κάτω των 60 ετών που είχαν διαγνωστεί με εγχειρήσιμο καρκίνο του μαστού μεταξύ 1991 και 1994. Έθεσαν ερωτήσεις στις γυναίκες σχετικά με τους στρεσογόνους παράγοντες κατά τη διάρκεια του έτους που προηγήθηκε της διάγνωσης και τα πέντε επόμενα έτη. Αποτελέσματα: καμιά σχέση δεν κατέστη δυνατόν να τεκμηριωθεί. Το αντίθετο, οι γυναίκες που είχαν βιώσει στρεσογόνες εμπειρίες πριν ή μέσα στα πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση διέτρεχαν κίνδυνο υποτροπής μικρότερο. Οι ίδιοι οι συντάκτες ομολογούν ότι εξεπλάγησαν με τα αποτελέσματα. Πώς να εξηγήσει κανείς τα διαφορετικά αποτελέσματα των μελετών για το θέμα; Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, η αιτία μιας τέτοιας ασυμφωνίας συμπερασμάτων θα μπορούσε να είναι η μεθοδολογία των μελετών. Εκτιμούμε ότι οι γυναίκες που είχαν καρκίνο του στήθους δεν φοβούνται την επίδραση του άγχους στην επανεμφάνιση του καρκίνου του στήθους.
 
Η παρακολούθηση μετά τη θεραπεία;

Τα χειρότερα πέρασαν. Αν και ο καρκίνος σας είναι πλέον παρελθόν, οφείλετε ωστόσο να συνεχίσετε να υποβάλλεστε σε εξετάσεις παρακολούθησης. Μπορεί να είναι ραντεβού τα οποία αναμφίβολα σας αγχώνουν, αλλά είναι απαραίτητα. Μετά τη θεραπεία σας, ο ογκολόγος θα ζητήσει να σας βλέπει περίπου κάθε 6 μήνες για τα πρώτα 5 χρόνια και στη συνέχεια, κάθε χρόνο. Αυτές οι τακτικές επισκέψεις επιτρέπουν στο γιατρό να ελέγχει αν όλα βαίνουν καλώς όσον αφορά τη νόσο.
 
Ποιες εξετάσεις;

Η παρακολούθηση συνίσταται συνήθως σε κλινική εξέταση και μαστογραφία, στις οποίες θα υποβάλλεστε κάθε 6 και 12 μήνες αντίστοιχα για 5 χρόνια μετά τη θεραπεία. Στη συνέχεια γίνεται έλεγχος σε ετήσια βάση, με κλινική εξέταση και μαστογραφία. Το υπερηχογράφημα μαστού μπορεί να συνδυάζεται με τη μαστογραφία. Η μαγνητική μαστογραφία μπορεί να γίνεται συμπληρωματικά, κυρίως στις περιπτώσεις όπου οι αλλοιώσεις του μαστού είναι δύσκολο να ερμηνευτούν.

Στην παρακολούθηση αυτή προστίθεται η ακτινογραφίας θώρακα, μια φορά το χρόνο. Οι άλλες εξετάσεις (π.χ. υπερηχογράφημα ήπατος, σπινθηρογράφημα οστών) δεν είναι συστηματικές αλλά εξαρτώνται από τα κλινικά σημάδια. Τέλος, πολλοί ζητούν να γίνεται και έλεγχος των καρκινικών δεικτών (όπως το αντιγόνο CA 15-3 ή το καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο CEA) παρότι αυτοί οι δείκτες δεν είναι πάντοτε ειδικοί.
 
Η επίσκεψη παρακολούθησης

Σε κάθε επίσκεψη, ο ογκολόγος θα ρωτήσει για το βαθμό της κόπωσης, θα ελέγξει το βάρος σας και θα αξιολογήσει τη φυσική σας κατάσταση. Μην διστάζετε να του επισημάνετε μόνη σας όλα τα συμπτώματα που φαίνονται ασυνήθιστα. Θα είναι έτσι σε θέση να συνταγογραφήσει μια σειρά εξετάσεων προκειμένου να διαγνώσει το αίτιο, που δεν είναι απαραίτητο να σχετίζεται με υποτροπή αλλά μπορεί να είναι απλά να σχετίζεται με τις συνέπειες της θεραπείας. Η χειρουργική επέμβαση για παράδειγμα, μπορεί να είναι αιτία πόνου και μείωσης της κινητικότητας του χεριού. Μπορεί έτσι να είναι απαραίτητο, να ακολουθήσετε ένα πρόγραμμα φυσικοθεραπείας. Ορισμένες φορές η ακτινογραφία μπορεί να δείξει μετεγχειρητική ίνωση που μπορεί να μοιάζει με υποτροπή. Μην σας πιάνει πανικός, ο γιατρός σας είναι σε θέση να διακρίνει αν πράγματι πρόκειται ή όχι για υποτροπή.

Στην περίπτωση κατά την οποία ο γιατρός έχει συνταγογραφήσει ορμονοθεραπεία (αναστολείς αρωματάσης ή ταμοξιφαίνη), αναφέρεται στον ογκολόγο σας πως ανέχεστε τη θεραπεία. Τα φάρμακα αυτά, μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο των υποτροπών, μπορούν όμως να συνοδεύονται από ανεπιθύμητες παρενέργειες όπως εξάψεις, μυοσκελετικούς πόνους και καρκίνο του ενδομητρίου. Στη συνέχεια, ο ιατρός θα εξετάσει τους μαστούς και το θωρακικό τοίχωμα για να εξακριβώσει ότι όλα βαίνουν καλώς. Θα βεβαιωθεί επίσης ότι δεν παρουσιάζετε οίδημα στο αντίστοιχο χέρι, κάτι που γίνεται ολοένα και σπανιότερο, επειδή η χειρουργική τεχνική έχει βελτιωθεί σημαντικά. Ωστόσο για να μειωθεί ο ίνδυνος του λεμφοιδήματος, συνιστούμε να μη σηκώνετε πολύ βαριά αντικείμενα από την πλευρά του εγχειρισμένου μαστού και να ενισχύσετε τα μέτρα προφύλαξης του χεριού σας. Αν διαπιστώσετε πρήξιμο του χεριού, θα σας προταθεί λεμφικό μασάζ.
 
Μην διστάζετε να συζητάτε για τις ψυχολογικές σας διακυμάνσεις

Η ψυχική σας ευεξία, είναι ένα άλλο ουσιώδες δεδομένο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Αν τον πρώτο καιρό αισθάνεστε μια μελαγχολία, μη σας κάνει εντύπωση. Επί μήνες παλέψατε για να κάνετε τις θεραπείες σας. Άρα δεν κάνει εντύπωση το γεγονός ότι τώρα αισθάνεστε αφοπλισμένη, με το να βρίσκεστε απέναντι στον εαυτό σας. Αν αυτή η δυσθυμία επιμένει, μη διστάσετε να μιλήσετε γι' αυτό. Η μετεγχειρητική παρακολούθηση και εξέταση αποσκοπεί επίσης και στο ψυχολογικό επίπεδο. Σε όλες τις ομάδες αντιμετώπισης, εφαρμόζεται πρόγραμμα ειδικών επισκέψεων στο πλαίσιο των οποίων μπορείτε να δείτε ειδικούς (ψυχολόγος ή ψυχοθεραπευτής), για τα όποια ψυχολογικά προβλήματα. Είναι επίσης ευκαιρία να κάνετε απολογισμό της σχέσης με τον σύντροφό σας και το οικογενειακό σας περιβάλλον, καθώς και να μιλήσετε για τη σεξουαλικότητά σας.
 
Oncotype DX και Mammaprint

Η εξέταση που προβλέπει τις υποτροπές
Αυτό το γενετικό τεστ, του οποίου πρόσφατα εγκρίθηκε η κυκλοφορία στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρέχει τη δυνατότητα να εντοπίζονται, μεταξύ των ασθενών που έχουν προσβληθεί από καρκίνο του μαστού, αυτές οι οποίες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπών. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, αυτές οι γυναίκες θα μπορούσαν να απαλλαγούν από το βάρος μιας χημειοθεραπείας, από την οποία δεν θα αποκόμιζαν όφελος. Επί αρκετά χρόνια, η γενετική έρευνα υπόσχεται εξατομικευμένη θεραπεία των καρκίνων.
 
Αποφεύγετε τις βαριές και άχρηστες θεραπείες
Απέναντι σε έναν καρκίνο του μαστού που έχει διαγνωστεί σε πρώιμο στάδιο, η αντιμετώπιση συνίσταται κυρίως στη χειρουργική αφαίρεση του όγκου, ενδεχομένως σε ακτινοθεραπεία και ορμονοθεραπεία. «Μετά από αυτές τις θεραπείες, ένα από τα σημαντικά προβλήματα είναι να εμποδιστεί η ενδεχόμενη εμφάνιση υποτροπών στα επόμενα 5 έως 10 χρόνια. Έτσι, για την πρόληψη αυτού του κινδύνου, τις περισσότερες φορές, οι γυναίκες υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία. Ωστόσο, εκτιμάται ότι η πλειονότητα των γυναικών με αρνητικούς μασχαλιαίους λεμφαδένες (περίπου το 70%) δεν θα είχαν ανάγκη χημειοθεραπείας αν και υφίστανται χωρίς λόγο τις παρενέργειες αυτής της βαριάς θεραπείας» αναφέρει ο Καθηγητής Jean-Yves Pierga, ογκολόγος στο Ινστιτούτο Κιουρί του Παρισιού.

Για να αξιολογήσουν καλύτερα τους κινδύνους υποτροπών, διάφορες ομάδες μελέτησαν τα γενετικά χαρακτηριστικά των όγκων. Χάρη σε νέες τεχνικές, κατέστη δυνατό να προσδιοριστούν ορισμένα γονίδια που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης μεταστάσεων. Οι γυναίκες μπορούν έτσι να ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες: καλής και κακής πρόγνωσης. Στις πρώτες θα μπορούσαμε να αποφύγουμε τη χημειοθεραπεία χωρίς να υπάρξουν συνέπειες στην επιβίωση. Στις δεύτερες, προσφέρεται η βέλτιστη εξατομικευμένη θεραπεία.

Στις 6 Φεβρουαρίου 2007, ο αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ενέκρινε την κυκλοφορία ενός γενετικού τεστ ικανού να μετρά τη δραστηριότητα 70 γονιδίων με βάση την ανάλυση δείγματος του όγκου. Βασιζόμενο σε ένα ειδικό αλγόριθμο, το Mammaprint επιτρέπει την αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει μια ασθενής να αναπτύξει μια υποτροπή. Το αποτέλεσμα επιτρέπει στο γιατρό να σχεδιάσει πρόγραμμα παρακολούθησης προσαρμοσμένο στην ασθενή. «Σήμερα, η πρόγνωση του όγκου βασίζεται στο μέγεθος, την παρουσία ορμονικών υποδοχέων, στον ιστολογικό βαθμό του όγκου, τη λεμφαδενική προσβολή και την ηλικία της ασθενούς», προσθέτει ο Καθηγητής Pierga.

Αυτό το τεστ έδειξε μια καλύτερη αποτελεσματικότητα όσον αφορά την απουσία υποτροπών παρά για την πρόβλεψή τους. Έτσι, ένα αποτέλεσμα το οποίο δείχνει ότι υπάρχει χαμηλός κίνδυνος υποτροπής αποδεικνύεται ακριβές στο 95% των περιπτώσεων, ενώ δεν είναι ακριβές παρά μόνο στο 25% των περιπτώσεων όταν το τεστ προβλέπει σημαντικό κίνδυνο. Όμως, οι γυναίκες υψηλού κινδύνου έχουν δυο φορές περισσότερους κινδύνους να υποτροπιάσουν σε πέντε ή δέκα χρόνια από αυτές της ομάδας χαμηλού κινδύνου.

Share on Google Plus

About Katerina Tservaki

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου