Η αληθινή ιστορία της Μανταλένας που ενσάρκωσε η Βουγιουκλάκη


Το όνομά της ήταν Μαρουσώ, σνίφαρε ταμπάκο, ήταν σκληρή και μεγάλωσε τα παιδιά και τ' αδέρφια της δουλεύοντας τη βάρκα του άνδρα της, σαν αληθινή καπετάνισσα. Η πραγματική «Μανταλένα» της Αντιπάρου δεν είχε καμία σχέση με την κινηματογραφική ηρωίδα, που ενσάρκωσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, κάτι που επιβεβαιώνει στην «Espresso» ο δισέγγονός της Νίκος Φαρούπος.

«Η προγιαγιά ήταν μάλλον μοντέλο αντρογυναίκας κι όχι “νιάου, νιάου, βρε γατούλα, με τη ροζ μυτούλα”» μας λέει ο συγγραφέας, ο οποίος έχει γράψει το βιβλίο «Εγκλημα στην Αντίπαρο» (Εκδόσεις Κέδρος) κάνοντας τον τόπο του επίκεντρο μιας αστυνομικής ιστορίας που κόβει την ανάσα.

«Η γριά Μανταλένα ήταν δυναμικός άνθρωπος για την εποχή της, έβαζε ταμπάκο στη μύτη και δεν ήταν εύκολο -και καθόλου έξυπνο- να τα βάλει κανείς μαζί της» τονίζει ο Νίκος Φαρούπος και συμπληρώνει: «Η αλήθεια είναι ότι τα περισσότερα που βλέπουμε στην ταινία -μην πω όλα- ανήκουν στη φαντασία του συγγραφέα και σεναριογράφου Γιώργου Ρούσσου, ο οποίος μάλιστα πάντρεψε το 1925 τη γιαγιά μου, την Αννα, και τον παππού μου, τον Νίκο, γιο της Μανταλένας».

Η εικόνα της πια έχει χαθεί στον χρόνο. «Η μητέρα μου και η θεία μου η Πελαγία θυμούνται, όταν ήταν μικρά παιδιά, τη γριά Μανταλένα να ζει, μόνη πια με τις αναμνήσεις της, σε ένα δίπατο σπίτι, μέσα στο μικρό κάστρο του νησιού. Την έβλεπαν στο μπαλκόνι να ρουφάει το ταμπάκο από τη μύτη ή να καπνίζει κάνα -στριφτό τότε- τσιγάρο. Θα ήταν μάλλον προχωρημένο άτομο για την εποχή της» λέει ο συγγραφέας.

Η Αντίπαρος ή «Ασπρονήσι», όπως αναφερόταν στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, ήταν ένα φτωχό μέρος. «Οι άνδρες εκείνα τα χρόνια θαλασσοπνίγονταν στα μπάρκα, τα ψυγεία ήταν με πάγο, τα φαναράκια διατηρούσαν το φαΐ, ρεύμα δεν υπήρχε, αλλά λάμπες πετρελαίου ή γκαζιού. Οσο για τα πιτσιρίκια; Πηδούσαν ξυπόλητα από τα καΐκια και περίμεναν τίποτα βαφτίσια για να φάνε κάνα γλυκό ή να μαζέψουνε μερικά πενηνταράκια και φραγκοδίφραγκα που πετούσαν οι νονοί από τα μπαλκόνια. Θυμάμαι χορούς και πανηγύρια τον Δεκαπενταύγουστο στην Παναγιά τη Φανερωμένη και τον ντελάλη να ανακοινώνει ότι “ήρθε ο τσινηματόγραφος”. Εικόνες για χαριτωμένες ρομαντικές ταινίες και ασπρόμαυρα φωτογραφικά άλμπουμ, αλλά η αλήθεια είναι ότι η καθημερινότητα των κατοίκων ήταν δύσκολη».

Αν και ο Νίκος δεν πήρε μέρος στην ταινία, θυμάται πάντα με αγάπη το πρωταγωνιστικό δίδυμο. «Ημουν τολμηρό παιδάκι και είχα κερδίσει με τα καμώματά μου τη συμπάθεια της Αλίκης και του Δημήτρη. Δεν γνωρίζω αν ήταν μαζί τότε, νομίζω ότι ο Παπαμιχαήλ ήταν ζευγάρι με τη Δέσπω Διαμαντίδου, θυμάμαι όμως ότι σε μερικές βόλτες τους, με ένα τζιπ, ήμουν κι εγώ παρών, καμαρωτός καμαρωτός στο πίσω κάθισμα. Θυμάμαι την Αλίκη όμορφη και πρόσχαρη. Υστερα από εκείνο το καλοκαίρι την ξαναείδα μια φορά από μακριά σε κάποιο πάρτι -χορό, πρεμιέρα, δεν θυμάμαι- αλλά πού να τολμήσω να πάω 35-40 χρονών μαντράχαλος να της πω “γεια σας, είμαι το πιτσιρίκι που παίρνατε μαζί σας στις βόλτες με το τζιπ, τότε στην Αντίπαρο”. Θα πάθαινε κατάθλιψη η γυναίκα, αφού θα της θύμιζα ότι πέρασαν τα χρόνια».

Ωστόσο, πολλοί από τους κατοίκους του νησιού έπαιξαν σε σκηνές του φιλμ ως κομπάρσοι, μεταξύ αυτών και η μητέρα του Νίκου. «Συμμετείχε στους χορούς, όπως άλλωστε όλο το χωριό. Ο Παπαμιχαήλ έστελνε τον Καλογήρου να της ζητήσει να χορέψει νησιώτικα, η μητέρα μου χόρευε και χορεύει ακόμα και σήμερα, στα 82 χρόνια της, εξαιρετικά» θυμάται ο συγγραφέας και μοιράζεται μαζί μας ένα περιστατικό που λίγο έλειψε να φέρει τους άνδρες... στα χέρια!


Περισσότερα εδώ: Espresso
Share on Google Plus

About Γεώργιος Τσε

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου