Μουαουίγια Σιασνέχ: Ο έφηβος που «πυροδότησε» τον εμφύλιο στη Συρία, θυμάται πώς ξεκίνησαν όλα


«Σειρά σου, γιατρέ»
. Αυτές οι τρεις λέξεις με «αποδέκτη» τον Μπασάρ αλ Άσαντ, που γράφτηκαν με σπρέι στον τοίχο ενός σχολείου στην πόλη Ντεράα, τον Φεβρουάριο του 2011, έμελλε να είναι καθοριστικές για το μέλλον της Συρίας, καθώς ήταν η σπίθα που πυροδότησε το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου που μαίνεται εδώ και έξι χρόνια στη χώρα.

Ο Μουαουίγια Σιασνέχ, ο τότε 14χρονος που έγραψε τη συγκεκριμένη φράση στον τοίχο, δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα επακολουθούσε λίγες ώρες αφότου θα άφηνε το σπρέι από το χέρι του.

Η Μουκχαραμπατ, η μυστική αστυνομία της Συρίας, δεν άργησε να χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού του 14χρονου μαθητή και να προχωρήσει στη σύλληψή του, ενώ την ίδια στιγμή ανάλογες σκηνές εκτυλίσσονταν και στα σπίτια των συμμαθητών του, που μαζί με τον Σιασνέχ είχαν γράψει το σύνθημα στον τοίχο.

Η σύλληψή τους ήταν η αφορμή για μαζικές διαδηλώσεις στην πόλη Ντεράα, η οποία «πλημμύριζε» καθημερινά από διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση των νεαρών μαθητών.

Σχεδόν έναν μήνα μετά, ο Σιασνέχ και η παρέα του αφέθηκαν ελεύθεροι, με εμφανή στο κορμί τους τα σημάδια της κακοποίησης από τις συριακές Αρχές. Η εικόνα των κακοποιημένων εφήβων, έβγαλε ξανά στους δρόμους τους κατοίκους της Ντεράα, με τις διαδηλώσεις να γίνονται πιο βίαιες αυτή τη φορά και την αστυνομία να προσπαθεί να επιβάλει την τάξη με σφαίρες και δακρυγόνα.

Ήταν 15 Μαρτίου του 2011, όταν οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις εξαπλώθηκαν και σε άλλες πόλεις της Συρίας, παίρνοντας τη μορφή μιας γενικευμένης εξέγερσης, που δεν άργησε να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο, που μαίνεται ως και σήμερα, έξι χρόνια μετά, στη διάρκεια των οποίων έχουν χάσει τη ζωή τους 500.000 άνθρωποι, ενώ χιλιάδες άλλοι έχουν τραυματιστεί σοβαρά ή έχουν ακρωτηριαστεί. Ολόκληρες πόλεις έχουν ισοπεδωθεί και πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού έχει πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς, σε μια προσπάθεια να σωθεί.

Πώς ξεκίνησαν όλα

Ο 20χρονος σήμερα Μουαουίγια Σιασνέχ, διηγήθηκε σε τηλεφωνική του συνέντευξη στην Telegraph, όλα όσα συνέβησαν έξι χρόνια πριν, εκφράζοντας παράλληλα τη λύπη του για τους θανάτους αθώων ανθρώπων στη διάρκεια της εμφύλιας σύρραξης.

    «Βλέπαμε τις εξεγέρσεις σε Τυνησία και Αίγυπτο κι έτσι πήραμε το θάρρος να γράψουμε το συγκεκριμένο σύνθημα. Όμως ήταν περισσότερο μια πλάκα, δεν φανταστήκαμε ποτέ ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίστοιχη εξέγερση στη Συρία», είπε ο Σιασνέχ, μεγαλωμένος σε μια συντηρητική σουνιτική οικογένεια, που δεν θυμάται παρά την οικογένεια Άσαντ να κρατά τα σκήπτρα της εξουσίας στη Συρία.

Ευγενικό παιδί και μελετηρός μαθητής, ο Σιασνέχ τονίζει πως δεν ήταν στην ιδιοσυγκρασία του να γράφει με σπρέι στους τοίχους, όμως εκείνη την ημέρα «ήμασταν γεμάτοι οργή, δεν αντέχαμε άλλο την καταπίεση και τα βασανιστήρια».

Περιγράφοντας τις μέρες που πέρασε στα κρατητήρια της Μουκχαραμπάτ, ο νεαρός Σύρος δεν μπορεί παρά να αναφερθεί στα βασανιστήρια που υπέστη ο ίδιος και οι συμμαθητές του.

    «Με χτυπούσαν με καλώδια, μου έριχναν παγωμένο νερό και μου έκαναν ηλεκτροσόκ πολλές φορές. Με κρέμασαν από το ταβάνι, με σχοινιά που ήταν δεμένα στους καρπούς μου και με άφησαν εκεί για μια μέρα, μέχρι να ομολογήσω και να τους δώσω τα ονόματα των άλλων αγοριών της ομάδας που κάναμε το γκράφιτι» , είπε ο Σιασνέχ και συνέχισε: «Ήταν πολύ, πολύ σκληρό, ήμουν απλώς ένα παιδί. Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα έβγαινα ζωντανός από τη φυλακή».

Μόλις αφέθηκε ελεύθερος, έπειτα από 26 μέρες κράτησης, εντάχθηκε στους διαδηλωτές, οι οποίοι τον είχαν ήδη ανακηρύξει ήρωα, για το θάρρος του να υψώσει το ανάστημά του κόντρα στον δικτάτορα. Άφησε το σχολείο και ανέλαβε δράση, αναλαμβάνοντας να γράφει εθελοντικά συνθήματα στους τοίχους κυβερνητικών κτιρίων, ενώ έγινε μέλος και αντικαθεστωτικών πολιτικών ομάδων που στόχο είχαν την ανατροπή του Άσαντ.

Η ζωή του όμως πήρε διαφορετική τροπή όταν το καλοκαίρι του 2013 σκοτώθηκε ο πατέρας του. «Ο πατέρας μου δεν ήταν αντάρτης, δεν είχε κρατήσει ποτέ όπλο στα χέρια του. Πήγαινε στο τζαμί μια Παρασκευή και τον χτύπησε ένας πύραυλος. Μέχρι να πάω στο νοσοκομείο, ήταν νεκρός», θυμάται ο Σιασνέχ.

Τότε ήταν, που ο νεαρός αποφάσισε να ενταχθεί στον Ελεύθερο Συριακό Στρατό και σε ηλικία μόλις 17 ετών σκότωσε τον πρώτο κυβερνητικό στρατιώτη.
 
«Δεν είχα σκεφθεί ποτέ να πυροβολήσω κάποιον μέχρι τότε... όμως ο πατέρας μου ήταν όλη μου η ζωή και ήθελα να πολεμήσω για εκείνον. Δεν με ένοιαζε αν θα γινόμουν μάρτυρας πολεμώντας το καθεστώς, γιατί σκεφτόμουν ότι τουλάχιστον έτσι θα συναντούσα ξανά τον πατέρα μου», λέει ο νεαρός Σύρος, ο οποίος λίγο μετά την ένταξή του στους αντάρτες τραυματίστηκε στο πόδι από σφαίρα, γι’ αυτό και ως σήμερα περπατά με δυσκολία.

Έπειτα από χρόνια μαχών, ο μισός πληθυσμός της πόλης Ντεράα, που κάποτε αριθμούσε 100.000 κόσμο, έχει εγκαταλείψει την πόλη αναζητώντας καταφύγιο στη γειτονική Ιορδανία, ενώ όσοι έμειναν έχουν είτε συλληφθεί, είτε σκοτωθεί.
 
«Οι περισσότεροι από τους συμμαθητές μου έχουν σκοτωθεί ή βρίσκονται στη φυλακή», λέει ο Σιασνέχ δηλώνοντας την απέχθειά του για εκείνους που επέλεξαν να φύγουν σε μια στιγμή που η χώρα τους χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ, ενώ εξομολογείται ότι και ο ίδιος είχε την ευκαιρία να φύγει, αλλά δεν το έκανε ποτέ.

Έμεινε στη Ντεράα, όπου ζει μέχρι σήμερα, στο μισογκρεμισμένο πατρικό του σπίτι, με τη μητέρα και τα τρία αδέλφια του, δίνοντας καθημερινά τη μάχη για ένα πιάτο φαγητό.

Όσο για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας που εκείνη την ημέρα έγραψαν το σύνθημα στον τοίχο, ένας εξ αυτών σκοτώθηκε, δύο εγκατέλειψαν τη χώρα κι ένας παρέμεινε στη Ντεράα. Ο Σιασνέχ δεν έχει κρατήσει επαφή με κανέναν από αυτούς και προσπαθεί να μην ανακαλεί στη μνήμη του εκείνες τις μέρες του 2011.

Είναι μέλος μιας «χαμένης» γενιάς. Δεν έχει πια όνειρα να πάει στο πανεπιστήμιο και να γίνει πιλότος, όπως ονειρευόταν όταν ήταν παιδί. Ούτε επιτρέπει στον εαυτό του να σκέφτεται το ενδεχόμενο να παντρευτεί ή να κάνει παιδιά, λέει όμως ότι ο κόσμος θα ήθελε να τον θυμάται μετά τον θάνατό του «σαν έναν επαναστάτη, σαν το παιδί που έφερε την ελευθερία στη Συρία».


Ερωτηθείς αν θα ξαναέκανε το ίδιο αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει τον χρόνο πίσω, ο Σιασνέχ λέει διστακτικά:

    «Αν γνώριζα αυτά που ξέρω τώρα, δεν νομίζω ότι θα το έκανα. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα είχε τόσο μεγάλες επιπτώσεις. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα σκοτωνόταν ο πατέρας μου, όπως και οι πατεράδες χιλιάδες άλλων αγοριών. Μετανιώνω για το γεγονός ότι έπρεπε να πεθάνουν τόσοι πολλοί αθώοι άνθρωποι».

Ωστόσο, σε άλλα σημεία της συνέντευξής του, διατυπώνει μια διαφορετική άποψη, σημειώνοντας πως «χωρίς επανάσταση δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος» και πως «ο δρόμος δεν είναι πάντα εύκολος, αλλά με τη βοήθεια του θεού θα είναι καλύτερα για τα παιδιά μας».

πηγή


Share on Google Plus

About Katerina Tservaki

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου