Η λέπρα του Μαριανού
Στην Αυλώνα ήταν κάποιος άρχοντας, ο Μαριανός.
Αυτός λοιπόν αρρώστησε βαριά, ώστε κινδύνευε από ώρα σε ώρα να
πεθάνει. Πολλοί γιατροί τον επισκέφθηκαν, αλλά κανείς δεν μπόρεσε να
τον θεραπεύσει· έπασχε από λέπρα και ανέδιδε δυσωδία.
Κάποια
νύχτα του φανερώθηκε ο Αγιος Δημήτριος και του είπε: Άνθρωπε, γιατί
βασανίζεσαι έτσι και ξοδεύεις χρήματα μάταια; Έσύ αλλιώς δεν
μπορείς να θεραπευθείς, μόνον έλα στη Θεσσαλονίκη και πέσε μπροστά
στον τάφο μου με πίστη και τότε θα δεις την δύναμη του Θεου. Πήγε
λοιπόν ο άρχοντας Μαριανός στον τάφο του Αγίου και την νύκτα βλέπει
πάλι τον Άγιο και του φάνηκε σαν να πήρε λάδι άπό την κανδήλα του και
τον έχρισε, κι αμέσως με το χρίσμα εκείνο θεραπεύθηκε.
Η θεραπεία του Λεοντίου
Μετά το θάνατο του βασιλέως Μαξιμιανού ανήλθε στο
θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος διόρισε κάποιο
στρατηγό στη Μεγάλη Βλαχία, που ονομαζόταν Λεόντιος. Αυτός
αρρώστησε στη Θεσσαλονίκη τόσο βαριά, ώστε προτιμούσε να πεθάνει
παρά να ζει. Κανένας ιατρός δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει. Οταν
έμαθε όμως, ότι ο τόπος στον όποιο βρισκόταν το λείψανο του Αγίου
Δημητρίου κάνει θαύματα, πηγε βασταζόμενος στον τάφο του Αγίου,
κι αμέσως, γιατρεύθηκε. Μετά από αυτό ξόδεψε αρκετά χρήματα και
έκτισε Ναό στη Θεσσαλονίκη, του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου. Στη
συνέχεια, όταν πήγε στην Μεγάλη Βλαχία, θέλησε να λάβει μέρος άπό
το λείψανο του Αγίου και να κτίσει και εκει Ναό. Ο Αγιος Δημήτριος
παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του είπε: Να μη με διαχωρίσεις αλλά
να με αφήσεις ακέραιο στην πατρίδα μου. Τότε δεν τόλμησε να
πειράξει το λείψανο και πήρε μόνο χώμα άπό τον τάφο. Βρήκε επίσης
το μαντήλι και το δαχτυλίδι του Αγίου τα όποια πήρε και έθεσε σ
ένα κιβώτιο. Οταν έφθασε στον Δούναβη, τον βρήκε πλημμυρισμένο και
δεν μπορούσε να περάσει, οπότε αναρωτιόταν τι να πράξει. Τη νύχτα
λοιπόν παρουσιάσθηκε ο Αγιος και του ειπε: Μη λυπάσαι, Λεόντιε,
αύριο να πάρεις το κουτί το όποιο περιέχει το δακτυλίδι και το
μανδήλι μου, να το κρατάς στα χέρια σου και να περάσεις τον ποταμό
άφοβα. Το ίδιο να κάνουν και οι άλλοι, τους οποίους έχεις μαζί σου και
θα έλθετε με τη βοήθεια του Θεού αβλαβείς. Το πρωί έκανε ότι
πρόσταξε ο Αγιος και, άφου πήγε στην επαρχία του, έκτισε εκει και
άλλο Ναό στο όνομα του Αγίου Δημητρίου.
Τα λείψανα του Αγίου και ο Ιουστινιανός
Ο μέγας βασιλιάς Ιουστινιανός είχε ανεγείρει τον
Ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, και ήθελε να έχει το
λείψανο του Αγίου μαζί με τα άλλα που υπήρχαν εκει. Εστειλε
ανθρώπους εμπιστοσύνης του στην Θεσσαλονίκη, για να σκάψουν τον
τάφο, μέχρι να βρουν το σώμα του Αγίου, να κόψουν ένα μέρος και να το
φέρουν στην Κωνσταντινούπολη. Εφθασαν οι βασιλικοί άνθρωποι με
δώρα του βασιλιά προς τον Αγιο αποφασισμένοι για την παραλαβή του
Αγίου λειψάνου.
Οι Θεσσαλονικείς απάντησαν:
— Έμεις δεν τολμουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Λλλα,
αν τολμάτε εσείς, έδώ είναι ο τάφος.
Αρχισαν να σκάβουν τον τάφο, όταν δε έφθασαν κοντά
στη λάρνακα, αμέσως, ω του θαύματος!, φωτιά μεγάλη εξήλθε από εκεί
και κινδύνευσαν να καούν και ακούσθηκε φωνή που έλεγε:
— Περισσότερο μη σκάψετε.
Μόλις είδαν το θαυμα οι βασιλικοί άνθρωποι, έπεσαν
με τα πρόσωπα κατά γης και παρακαλουσαν τον Αγιο να μην καουν.
Υστερα άπό αρκετή ώρα σηκώθηκαν και άφου πήραν μόνο χώμα άπό τον
τάφο του Αγίου, το έφεραν στο βασιλιά και διηγήθηκαν το παράδοξο
θαυμα.
Η πείνα της πόλης και ο πλοίαρχος
Ολα τα μέρη μαστίζονταν από την πείνα, ιδίως δε η
Θεσσαλονίκη κινδύνευε να αφανισθεί. Ο Μέγας Δημήτριος δεν άφησε
την πόλη να αφανισθεί. Κάποιος πλοίαρχος, ο όποιος εμπορευόταν
σιτάρι, φόρτωσε εκείνο τον καιρό το πλοίο του για να το μεταφέρει
στην Ευρώπη. Τη νύκτα λοιπόν φάνηκε ο Αγιος Δημήτριος στον ύπνο του
και του είπε:
— Το σιτάρι αυτό που υπολογίζεις να το πας;
Ο πλοίαρχος άπεκρίθη:
— Στην Ευρώπη σκοπεύω να το πάω, αν το θέλει ο Θεός.
Ο Αγιος του είπε:
— Ακουσε με, να το φέρεις στη Θεσσαλονίκη και να το
πουλήσεις οπως θέλεις, διότι υπάρχει πολλή πείνα και ακρίβεια. Και
πάρε αμέσως τρία φλουριά και φέρε το φορτίο εκεί για να λάβεις το
υπόλοιπο της αξίας του. Το πρωί ξύπνησε ο πλοίαρχος και ειδε στα
χέρια του τρία φλουριά. Ειπε προς τους άλλους ναύτες: Απόψε είδα στον
ύπνο μου έναν νέο στρατιώτη, ο όποιος είπε να πάμε το σιτάρι στη
Θεσσαλονίκη. Και να! Μου έδωσε και τρία φλουριά σαν εγγύηση.
Θέλετε να το πάμε εκεί; Διότι μου ειπε πως υπάρχει μεγάλη πείνα στη
Θεσσαλονίκη και πως θα κερδίσουμε περισσότερα απ ο,τι στην Ευρώπη.
Στην Ευρώπη πηγαίνουν και άλλα πλοϊα, ένω προς τη Θεσσαλονίκη μόνο
έμεις. Οι ναύτες προθυμοποιήθηκαν να μεταφέρουν το σιτάρι στη
Θεσσαλονίκη, αλλά ο διάβολος, θέλων να παρεμποδίσει την
καλοσύνη τον Αγίου, ήγειρε τρικυμία, ώστε το πλοίο κινδύνευσε
δύο φορές να βυθιστεί.
Ομως ο Μέγας Δημήτριος, όσες φορές
καταλαμβάνονταν από την τρικυμία, εμφανιζόταν μπροστά τους και
τους έδινε θάρρος και φαινόταν όφθαλμοφανως στο πέλαγος και τους
έδείκνυε το δρόμο. Ετσι, με τη βοήθεια του Θεου έφθασαν στη
Θεσσαλονίκη. Μόλις άκουσαν οι Θεσσαλονικείς ότι ήλθε πλοίο με
σιτάρι, δόξασαν τον Θεό και πήγαν στο λιμάνι, όπου πουλήθηκε το
σιτάρι, όπως ήθελε ο Θεός και ο πλοίαρχος. Οταν ο πλοίαρχος
διηγήθηκε το όραμα, οι Θεσσαλονικείς γνώρισαν πως ήταν ο Μέγας
Δημήτριος, που διαφύλαξε την πόλη του.
Ο τυφλός της Κωνσταντινούπολης
Ενας άνθρωπος από την Θεσσαλονίκη πηγε στην
Κωνστάντινούπολη και έκει έπεσε σε μεγάλη ασθένεια, τυφλώθηκε
και περπατούσε μέσα στην πόλη σκοντάφτοντας από τόπο σε τόπο και
γυρεύοντας γιατρεία. Θυμήθηκε τον μεγαλομάρτυρα Δημήτριο, και
δεν έπαυε να παρακαλεί τον άγιο νύκτα και ήμέρα, και έλεγε: Μακαρί
να ήμουν στην πατρίδα μου την Θεσσαλονίκη, να παρακαλέσω τον αγιο
και ήθελα ίατρευθή. Τη νυκτα φαίνεται στον υπνο του ο Αγιος και
λέγει: Γιατί εισαι, άνθρωπε, όλιγόπιστος, και νομίζεις, ότι μόνο
στην πατρίδα μου φθάνω σ’ όποιον με επικαλεσθεί; Οχι, αλλά και έκει
και παντού φθάνω καλούμενος. Σήκω και σύρε στην εκκλησία της
Θεοτόκου στον τόπο που ονομάζεται Οικονομειο, και έκει θα με
βρεις, και θα σου φανερωθω, και αμέσως θα δεις το φως. Ξύπνησε ο
άνθρωπος εκείνος, και ρωτώντας βρίσκει την έκκλησία της Παναγίας
Θεοτόκου και ρωτα που είναι ζωγραφισμένος ο Αγιος Δημήτριος, και
του λένε. Έδω ειναι η αγία του εικόνα. Πέφτει λοιπόν μπροστά στην
αγία εικόνα ο τυφλός με πολλά δάκρυα έβρεχε το σώμα του και τη γη κι
έλεγε:
– Δεν θα σταματήσω, άγιε του Θεού, να κυλιεμαι
μπροστά στην αγία σου εικόνα, έως οτου γιατρεύσεις τα μάτια μου, για
να δω τη θεία σου μορφή και ευπρέπεια.
Νύχτα ήταν και φαίνεται ο μάρτυς στον άνθρωπο
εκείνο τον τυφλό, και πιάνει με τα δάκτυλα του τα ματια τυφλού και τα
ανοίγει ήσυχα. Ο Αγιος Δημήτριος λειτούργησε ως γιατρός και έσφιξε
τα μάτια του τυφλού πολύ δυνατά και πόνεσαν τόσο που ο ασθενής
ξύπνησε απο τον ύπνο του έντρομος. Σήκωσε τα μάτια του στην είκόνα
του αγίου Δημητρίου, και είπε:
– Σε βλέπω μάρτυρα του Χρίστου, βλέπω την θαυμαστή
και γλυκεια εικόνα σου και σε ευχαριστώ, μεγαλομάρτυς Δημήτριε,
διότι ελευθέρωσες τα μάτια μου από τα δάκρυα και τα πόδια μου από
τα σκοντάματα. Και ετσι γιατρεύθηκε από τον άγιο ο άνθρωπος
εκείνος. Οταν τον είδαν όλοι οι άλλοι θαύμασαν.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου